λοετρόν

λοετρόν
λοετρόν (λοϝετρόν, λούω): bathing, bath, pl., Ὠκεανοι̑ο, ‘in Ocean,’ Od. 5.275.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • λοετρόν — λοετρόν, τὸ (Α) (επικ.τ.) βλ. λουτρό …   Dictionary of Greek

  • λοετρόν — λουτρόν bath neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λουτρό — Ο χώρος όπου οι άνθρωποι λούονται. Λ. ονομάζεται επίσης η χρήση ψυχρού ή θερμού νερού για τον καθαρισμό του σώματος (λούσιμο) ή για θεραπευτικούς σκοπούς (ιαματικά λ.). Εκτός από το νερό, στα ιαματικά λ. χρησιμοποιούνται ακόμα διάφοροι ατμοί ή… …   Dictionary of Greek

  • lou-, lou̯ǝ- —     lou , lou̯ǝ     English meaning: to wash     Deutsche Übersetzung: “waschen”     Material: Arm. loganam “bade mich” (*lou̯ ǝnü̆ ); Gk. λόω “wash” (Hom. = Lat. lavĕre), λούσω, ἔλουσα, λέλουμαι, afterwards also new present λούω; λο(F)έω ds.,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”